| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.237.895 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενσωματώνω |
0,01 sec. |
|
|
ενσωματώνω embed, embody, incorporate incorpora
ρ μετβ ενσωματώνω [ensoma'tono] 1 προσθέτω υλικό σε μείγμα incorporer ενσωματώνω τα αυγά στη ζύμη incorporer les œufs dans la patte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|