| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.166.879 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενσωματώνω |
0,03 sec. |
|
ενσωματώνω embed, embody, incorporate ρ μετβ ενσωματώνω [ensoma'tono] 1 προσθέτω υλικό σε μείγμα incorporer ενσωματώνω τα αυγά στη ζύμη incorporer les œufs dans la patte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|