| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.573.952 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εντάσσω |
0,02 sec. |
|
εντάσσω subsume, enlist subsumer ρ μετβ εντάσσω [e'ndaso] ρ μεσοπαθ εντάσσομαι [e'ndasome] παίρνω μέρος, ενσωματώνομαι s'intégrer εντάσσομαι σε οργάνωση s'intégrer dans une organisation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|