Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.115.047 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εντολή

0,02 sec.
εντολή орден Befehl, Kommando command, commandment, order, injunction, mandate commandement, ordre приказ, команда ordning, order سلطة příkaz befaling orden käsky zapovijed comando 命令 명령 commando kommando rozkaz comando คำสั่ง emir mệnh lệnh 指令
ουσ θ εντολή [endo'li]
1 διαταγή ordre
δίνω εντολές donner des ordres
2 χειρισμός για να μπει κτ σε λειτουργία στον υπολογιστή commande
χτυπάω σε μια εντολή cliquer sur une commande
οι Δέκα Εντολές
οι εντολές στον Μωυσή les dix commandements


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.