| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.251.290 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εντοπίζω |
0,02 sec. |
|
|
εντοπίζω locate, pinpoint, spot, track down يَتََتبع, يَستطلِع vypátrat, zpozorovat få øje på, opspore aufspüren, entdecken divisar, localizar huomata, jäljittää dépister, remarquer pronaći, spaziti individuare, rintracciare 見つける, 跡をたどって見つけ出す ...을 찾아내다, 바짝 쫓다 herkennen, opsporen få øye på, spore opp dostrzec, wytropić localizar, localize выслеживать, заметить spåra upp, upptäcka ติดตามจนพบ, พบเห็น farketmek, izini sürmek phát hiện ra, tìm ra 认出, 追查到, 找到 Намерете 找到 לאתר
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|