| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.425.629 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εντυπωσιάζω |
0,03 sec. |
|
εντυπωσιάζω impress يُؤثِر فى udělat dojem imponere beeindrucken impresionar tehdä vaikutus impressionner dojmiti colpire 強く印象づける 감명을 주다 indruk maken imponere zachwycić impressionar впечатлять imponera ประทับใจ etkilemek gây ấn tượng 留下印象 ρ μετβ εντυπωσιάζω [endiposi'azo] κάνω να με θαυμάζουν impressionner ρ μεσοπαθ εντυπωσιάζομαι [endiposi'azome] être impressionné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|