| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.254.604 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εντύπωση |
0,02 sec. |
|
|
εντύπωση impression впечатление انطباع dojem indtryk Eindruck impresión vaikutelma impression dojam impressione 印象 인상 indruk inntrykk wrażenie impressão intryck สิ่งที่ประทับใจ izlenim ấn tượng 印象 印象 הרושם
ουσ θ εντύπωση [e'ndiposi] η εικόνα που σχηματίζουμε για κτ ή κπ impression έχω θετικήαρνητική εντύπωση για κπ avoir une impression positive/négative de qqn έχω την εντύπωση ότι νομίζω ότι avoir l'impression que/de δίνω την εντύπωση ότι κάνω να νομίζουν ότι donner£££ l'impression que/de κάνω εντύπωση εντυπωσιάζω étonnersurprendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|