| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.100.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενώνω |
0,03 sec. |
|
ενώνω joindre, unir, unifier amalgamate, join, unite يُوحد sjednotit forene vereinigen unir yhdistää ujediniti unire 結合する 연합하다 verenigen forene zjednoczyć unir объединять förena ทำให้เป็นหนึ่ง birleştirmek hợp nhất 团结 ρ μετβ ενώνω [e'nono] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|