| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.265.436 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενώνω |
0,01 sec. |
|
|
ενώνω joindre, unir, unifier amalgamate, join, unite يُوحد sjednotit forene vereinigen unir yhdistää ujediniti unire 結合する 연합하다 verenigen forene zjednoczyć unir объединять förena ทำให้เป็นหนึ่ง birleştirmek hợp nhất 团结
ρ μετβ ενώνω [e'nono] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|