| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.276.415 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξάντληση |
0,01 sec. |
|
|
εξάντληση depletion, exhaustion uitputting agotamiento Erschöpfung изчерпване vyčerpání 枯渇 고갈
ουσ θ εξάντληση [e'ksandlisi] πολύ μεγάλη κούραση épuisement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|