| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.984.349 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξάρτηση |
0,02 sec. |
|
εξάρτηση Sucht addiction, dependence, conditioning, dependency dépendance ουσ θ εξάρτηση [e'ksartisi] 1 η έλλειψη αυτονομίας dépendance η εξάρτηση από τους γονείς la dépendance des parents 2 η παθολογική ανάγκη του οργανισμού για κπ ουσία dépendanceaccoutumance η εξάρτηση από το τσιγάρο la dépendance à la cigarette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|