Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.691.592 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εξάτμιση

0,02 sec.
εξάτμιση evaporation, exhaust, exhaust pipe échappement, pot d’échappement 蒸発, エキゾーストパイプ испарение, выхлопная труба evaporación, tubo de escape ماسورة العادم výfuk udstødningsrør Auspuffrohr pakoputki ispušna cijev tubo di scappamento 배기관 uitlaatpijp eksosrør rura wydechowa escapamento, tubo de escape avgasrör ท่อไอเสีย egzos borusu ống xả 排气管
ουσ θ εξάτμιση [e'ksatmisi]
1 το να εξατμίζεται υγρό évaporation
η εξάτμιση του νερού l'évaporation de l'eau
2 ο σωλήνας αυτοκινήτου απ' όπου φεύγουν τα καυσαέρια pot d'échappement
H εξάτμιση βούλωσε. Le pot d'échappement est bouché.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.