| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.691.592 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξάτμιση |
0,02 sec. |
|
εξάτμιση evaporation, exhaust, exhaust pipe échappement, pot d’échappement 蒸発, エキゾーストパイプ испарение, выхлопная труба evaporación, tubo de escape ماسورة العادم výfuk udstødningsrør Auspuffrohr pakoputki ispušna cijev tubo di scappamento 배기관 uitlaatpijp eksosrør rura wydechowa escapamento, tubo de escape avgasrör ท่อไอเสีย egzos borusu ống xả 排气管 ουσ θ εξάτμιση [e'ksatmisi] 1 το να εξατμίζεται υγρό évaporation η εξάτμιση του νερού l'évaporation de l'eau 2 ο σωλήνας αυτοκινήτου απ' όπου φεύγουν τα καυσαέρια pot d'échappement H εξάτμιση βούλωσε. Le pot d'échappement est bouché. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|