| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.497.732 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξέγερση |
0,02 sec. |
|
εξέγερση insurrection, uprising, rebellion, revolt, riot insurekcio insurrection, émeute شَغَبْ výtržnosti oprør Aufruhr disturbio mellakka pobuna tumulto 暴動 폭동 rel opprør bunt distúrbio бунт upplopp การจลาจล ayaklanma sự náo loạn 骚乱 ουσ θ εξέγερση [e'kseʝersi] έντονη αντίδραση soulèvement; révolte η εξέγερση των εργατών le soulèvement des ouvriers Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|