Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.841.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εξέταση

0,03 sec.
εξέταση examination, exam, inquiry فحص zkouška eksamination Untersuchung examen kuulustelu examen pregled visita 試験 시험 onderzoek undersøkelse egzamin exame осмотр undersökning การสอบ sınav việc kiểm tra 考试
ουσ θ εξέταση [e'ksetasi]
1 μελέτη étude; examen
η εξέταση ενός ζητήματος £££l' étude/£££l' examen d'une question
2 διαγώνισμα, έλεγχος γνώσεων examen
δίνωπερνάω εξετάσεις passer un/des examen(s)
oι εξετάσεις του εξαμήνου les examens semestriels
3 ανακριτικές ερωτήσεις interrogation
η εξέταση ενός υπόπτου l'interrogation d'un suspect
4 έλεγχος υγείας consultationexamen
ιατρική εξέταση un examen médical
μικροβιολογική εξέταση un examen/une analyse microbiologique


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.