| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.841.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξέταση |
0,03 sec. |
|
εξέταση examination, exam, inquiry فحص zkouška eksamination Untersuchung examen kuulustelu examen pregled visita 試験 시험 onderzoek undersøkelse egzamin exame осмотр undersökning การสอบ sınav việc kiểm tra 考试 ουσ θ εξέταση [e'ksetasi] 2 διαγώνισμα, έλεγχος γνώσεων examen oι εξετάσεις του εξαμήνου les examens semestriels 3 ανακριτικές ερωτήσεις interrogation η εξέταση ενός υπόπτου l'interrogation d'un suspect 4 έλεγχος υγείας consultationexamen ιατρική εξέταση un examen médical μικροβιολογική εξέταση un examen/une analyse microbiologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|