| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.917.187 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξέχω |
0,01 sec. |
|
εξέχω protrude, stick out يمكث vystrčit stikke frem herausstrecken resaltar työntää esiin ressortir štrčati saltare all'occhio 突き出す 두드러지다 uitsteken stikke seg ut wysunąć estar saliente торчать sticka ut ยื่นออกมา çıkarmak thò ra 伸出来 ρ αμετβ εξέχω [e'ksexo] σχηματίζω προεξοχή être en sailliedéborder Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|