| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.521.439 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαγριώνω |
0,01 sec. |
|
εξαγριώνω enrage, infuriate ρ μετβ εξαγριώνω [eksaɣri'ono] κάνω κπ να θυμώσει πολύ exaspérerirriter Η αδιαφορία του με εξαγριώνει Son indifférence m'exaspère. ρ μεσοπαθ εξαγριώνομαι [eksaɣri'onome] s'exaspérers'irriter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|