| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.227.378 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαγωγή |
0,17 sec. |
|
εξαγωγή export, extraction eksporto export, exportation صادِر vývoz eksport Export exportación vienti izvoz esportazione 輸出 수출 export eksport eksport exportação экспорт export การส่งออก ihracat sự xuất khẩu 出口 ουσ θ εξαγωγή [eksaɣo'ʝi] 1 πώληση προϊόντος στο εξωτερικό exportation 2 αφαίρεση μέρους extraction εξαγωγή δοντιού l'extraction d'une dent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|