| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.748.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαερισμός |
0,01 sec. |
|
εξαερισμός تهوية ventilace ventilation Belüftung ventilation ventilación tuuletus ventilation ventilacija ventilazione 風通し 환기 ventilatie ventilasjon wentylacja ventilação вентиляция ventilation การระบายอากาศ havalandırma sự thông gió 通风 ουσ α εξαερισμός [eksaeri'zmos] 1 η ανανέωση του αέρα aération; ventilation 2 o εξαεριστήρας (système)d'aération/de ventilation Ο εξαερισμός δε λειτουργεί. La ventilation ne fonctionne plus. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|