| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.110.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαθλιωμένος |
0,04 sec. |
|
εξαθλιωμένος επίθ α / θ / ουδ εξαθλιωμένος, εξαθλιωμένη, εξαθλιωμένο [eksaθlio'menos, eksaθlio'meni, eksaθlio'meno] σε άθλια κατάσταση misérablelamentable εξαθλιωμένα ρούχα des vêtements misérables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|