| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.009.952 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαντλώ |
0,03 sec. |
|
εξαντλώ exhaust, run out, deplete, sap, tire, use up épuiser, harasser, finir يَستهلك كليةً spotřebovat bruge op aufbrauchen consumir käyttää loppuun potrošiti consumare 使い果たす 다 써버리다 opgebruiken bruke opp zużyć esgotar израсходовать göra slut på ใช้จนหมด bitirmek dùng hết 用完 ρ μετβ εξαντλώ [eksan'dlo] 1 κάνω να μην περισσεύει τίποτα épuiser εξαντλώ κάθε πιθανότητα épuiser toutes les possibilités Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|