| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.077.029 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαπατώ |
0,04 sec. |
|
εξαπατώ deceive, delude, cheat ĉarlatani truffare, ingannare يَغش, يَغُشْ oklamat, podvést bedrage, snyde betrügen, täuschen engañar, hacer trampa pettää tricher, tromper varati, zavarati だます 속이다 bedriegen, valsspelen bedra, jukse oszukać enganar, trapacear жульничать, обманывать lura ทุจริต, หลอกลวง dolandırmak, yanıltmak lừa đảo, lừa dối 欺骗 ρ μετβ εξαπατώ [eksapa'to] ξεγελάω κπ tromper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|