| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.694.484 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαπλώνω |
0,01 sec. |
|
εξαπλώνω ρ μετβ εξαπλώνω [eksa'plono] ρ μεσοπαθ εξαπλώνομαι [eksa'plonome] 1 διαδίδομαι se répandreêtre diffusé/-ée£££ Τα νέα εξαπλώθηκαν παντού. Les nouvelles se sont répandues partout. 2 μεταδίδομαι se transmettre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|