| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.454.538 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξαρτώμαι |
0,02 sec. |
|
εξαρτώμαι depend يعتمد spolehnout (se) afhænge af verlassen (sich) depender riippua jostakin dépendre ovisiti dipendere あてにする 의존하다 afhangen avhenge zależeć depender зависеть bero ขึ้นอยู่กับ güvenmek phụ thuộc 依赖 ρ μεσοπαθ εξαρτώμαι [eksar'tome] δεν είμαι αυτόνομος dépendre εξαρτώμαι από κπ dépendre de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|