| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.311.564 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξασθενώ |
0,01 sec. |
|
|
εξασθενώ debilitate, emasculate, impair
ρ μετβ εξασθενώ [eksasθe'no] κάνω κπ να εξασθενίσει affaiblir ρ αμετβ εξασθενώ χάνω δυνάμεις être affaibli/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|