| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.195.804 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξασκώ |
0,01 sec. |
|
εξασκώ exercise, train, practise ekzerci exercer ρ μετβ εξασκώ [eksa'sko] ρ μεσοπαθ εξασκούμαι [eksa'skume] βάζω τακτικά σε πράξη τις γνώσεις μου s'entraîner εξασκούμαι στο τζούντο s'entraîner au judo Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|