Printer Friendly
The Free Dictionary
1.153.767.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
?

εξασκώ

    0,02 sec.
εξασκώ practise
ρ μετβ εξασκώ [eksa'sko]
1 εκπαιδεύω, γυμνάζω
εξασκώ τo σώμα μου
2 κάνω, ασκώ
εξασκώ επάγγελμα
ρ μεσοπαθ εξασκούμαι [eksa'skume]
βάζω τακτικά σε πράξη τις γνώσεις μου
εξασκούμαι στο τζούντο


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας
?Θησαυρός
Επιλέξτε γλώσσα
Πλοηγός λέξεων
Μεταφράσεις
Ανάδραση
 Για υπεύθυνους ιστοσελίδας:
?

Αποποίηση ευθυνών | Συνδέοντας | Ανάδραση | Copyright © 2008 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Σήμερα.