![]() 1.153.767.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξασκώ |
0,02 sec. |
|
εξασκώ practise ρ μετβ εξασκώ [eksa'sko] 1 εκπαιδεύω, γυμνάζω εξασκώ τo σώμα μου 2 κάνω, ασκώ εξασκώ επάγγελμα ρ μεσοπαθ εξασκούμαι [eksa'skume] βάζω τακτικά σε πράξη τις γνώσεις μου εξασκούμαι στο τζούντο |
|
| Συνεργαστείτε με εμάς: |
Έρευνα με διπλό κλικ:
Όροι χρήσης |
Δωρεάν περιεχόμενο |
Η λέξη δεν βρέθηκε
Κουτί έρευνας: Καιρός | Τώρα | Eπαναπροσανατολισμός από | Δεν μπορώ να βρώ/να προσπαθήσω αναζήτηση στο διαδίκτυο από την Google | Η φράση δεν βρέθηκε |
|
|---|