| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.326.123 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξερευνώ |
0,01 sec. |
|
|
εξερευνώ explore, probe, reconnoitre, scan يَستكشف prozkoumat udforske erforschen explorar tutkia explorer istraživati esplorare 調査する 탐험하다 verkennen utforske zbadać explorar исследовать utforska สำรวจ araştırmak thám hiểm 探测, 探索 Разгледайте 探索
ρ μετβ εξερευνώ [ekserev'no] ερευνώ άγνωστούς μου χώρους explorer εξερευνώ το βυθό explorer le fond de la mer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|