| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.486.594 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξεταστικός |
0,04 sec. |
|
εξεταστικός exam επίθ εξεταστικός, εξεταστική, εξεταστικό [eksetasti'kos, eksetasti'ci, eksetasti'ko] 1 ανακριτικός inquisiteur εξεταστικό βλέμμα un regard inquisiteur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|