| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.335.264 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξευτελιστικός |
0,01 sec. |
|
|
εξευτελιστικός
επίθ α / θ / ουδ εξευτελιστικός, εξευτελιστική, εξευτελιστικό [ekseftelisti'kos, ekseftelisti'ci, ekseftelisti'ko] 1 που ταπεινώνει και προσβάλλει humiliant/-ianteavilissant/-ante εξευτελιστική συμπεριφορά un comportement humiliant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|