| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.348.129 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξισώνω |
0,01 sec. |
|
|
εξισώνω equalize, equal يُساوِي rovnat (se) være lig med gleichen ser igual a, equiparar olla tasavertainen égaler ujednačiti equivalere ・・・に等しい ...과 같다 evenaren være lik dorównać igualar равняться vara lik ทำให้เท่าเทียมกัน eşitlemek bằng với 等于 משווים
ρ μετβ εξισώνω [eksi'sono] κάνω δυο μέρη να είναι ίσα égaliser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|