| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.564.685 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξοικονομώ |
0,02 sec. |
|
εξοικονομώ يُوَفِر uspořit spare op sparen save up ahorrar säästää économiser uštedjeti risparmiare 蓄える 저축하다 sparen spare oszczędzić economizar делать сбережения spara till เก็บเงิน biriktirmek tiết kiệm 储蓄 ρ μετβ εξοικονομώ [eksikono'mo] κάνω οικονομία économiser εξοικονομώ χρήματα économiser de l'argent εξοικονομώ χώροχρόνο économiser de l'espace/du temps Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|