| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.350.924 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξολοθρεύω |
0,01 sec. |
|
|
εξολοθρεύω eradicate
ρ μετβ εξολοθρεύω [eksolo'θrevo] 1 νικάω ολοκληρωτικά exterminer εξολοθρεύω τον εχθρό exterminer l'ennemi Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|