| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.273.997 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξονυχιστικός |
0,03 sec. |
|
εξονυχιστικός rigorous, thorough επίθ α / θ / ουδ εξονυχιστικός, εξονυχιστική, εξονυχιστικό [eksoniçisti'kos, eksoniçisti'ci, eksoniçisti'ko] που γίνεται μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια minutieux/-ieuse εξονυχιστικός έλεγχος une inspection minutieuse επίρρ εξονυχιστικά [eksoniçisti'ka] minutieusementavec minutie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|