| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.443.543 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξοργίζω |
0,03 sec. |
|
εξοργίζω exasperate ρ μετβ εξοργίζω [eksor'ʝizo] κάνω κπ να γίνει έξαλλος από θυμό irritermettre en colère Η αταραξία του με εξοργίζει. Son impassibilité m'irrite. ρ μεσοπαθ εξοργίζομαι [eksor'ʝizome] s'irriterse mettre en colère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|