Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.016.382 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εξοργισμένος

0,02 sec.
εξοργισμένος livid, furious, inflamed
εξοργισμένος مشتعل, مهتاج
εξοργισμένος rozzuřený, zanícený
εξοργισμένος betændt, rasende
εξοργισμένος entzündet, wütend
εξοργισμένος furioso, inflamado
εξοργισμένος raivostunut, tulehtunut
εξοργισμένος enflammé, furieux
εξοργισμένος bijesan, upaljen
εξοργισμένος furioso, infiammato
εξοργισμένος 怒り狂った, 炎症を起こした
εξοργισμένος 격노한, 염증을 일으킨
εξοργισμένος ontstoken, woedend
εξοργισμένος betent, rasende
εξοργισμένος rozogniony, wściekły
εξοργισμένος furioso, inflamado
εξοργισμένος inflammerad, rasande
εξοργισμένος โกรธ, ทำให้อักเสบ
εξοργισμένος kızgın, öfkeden çıldırmış
εξοργισμένος bị viêm, điên tiết
εξοργισμένος 发炎的, 狂怒的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.