| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.705.760 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξουσιοδότηση |
0,01 sec. |
|
εξουσιοδότηση authorization, commission autorisation ουσ θ εξουσιοδότηση [eksusio'ðotisi] μεταφορά εξουσίας ή δικαιώματος σε κπ procuration; mandat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|