| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.991.042 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακέραιος |
0,02 sec. |
|
ακέραιος entier, droit, honnête intact, integral, whole επίθ α / θ / ουδ ακέραιος, ακέραιη, ακέραιο [a'cereos, a'cerei, a'cereo] 1 ολόκληρος entier/-ièreintégral/-ale ακέραιος αριθμός un nombre entier 2 χωρίς φθορά intact/-e διατηρούμαι ακέραιος se conserver intact (εξοφλώ) στο ακέραιο ολότελα (rembourser) la somme intégralement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|