| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.272.123 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξοχή |
0,04 sec. |
|
εξοχή country, countryside campagne رِيفْ venkov landskab Landschaft campiña maaseutu selo campagna 田舎 시골 platteland landsbygd okolica wiejska zona rural сельская местность landsbygd ชนบท kırsal bölge miền quê 乡村 ουσ θ εξοχή [ekso'çi] η περιοχή έξω από τις πόλεις campagne βόλτα στην εξοχή une promenade à la campagne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|