| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.375.670 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εξοχή |
0,01 sec. |
|
|
εξοχή country, countryside campagne رِيفْ venkov landskab Landschaft campiña, campo maaseutu selo campagna 田舎 시골 platteland landsbygd okolica wiejska zona rural сельская местность landsbygd ชนบท kırsal bölge miền quê 乡村, 农村 農村
ουσ θ εξοχή [ekso'çi] η περιοχή έξω από τις πόλεις campagne βόλτα στην εξοχή une promenade à la campagne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|