| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.254.637 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξυπνάδα |
0,06 sec. |
|
εξυπνάδα intelligence wit ουσ θ εξυπνάδα [eksi'pnaða] 1 υψηλή διανοητική ικανότητα intelligence Η εξυπνάδα της με εκπλήσσει. Son intelligence me surprend. 2 έξυπνη κίνηση un geste intelligent Να φερθείς με εξυπνάδα. Sois intelligente ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|