| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.022.230 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξωστρεφής |
0,02 sec. |
|
εξωστρεφής extrovert, outgoing επίθ α/θ / ουδ εξωστρεφής, εξωστρεφές [eksostre'fis, eksostre'fes] που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια extraverti/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|