| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.813.132 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξωτερικός |
0,04 sec. |
|
εξωτερικός exterior, external, outside, foreign, outdoor, out exotérique, extérieur, externe, hors بعيد, خارجي, سطحي externí, odhalený, venkovní, vnější slukket, udenfor, ydre Außen-, äußerer, draußen, extern exterior, externo, fuera ulko-, ulkoinen, ulkonainen, ulkopuolella oleva vanjski esteriore, esterno 外の, 外側の, 外部の 밖의, 외부의 buiten, buiten-, extern, uit utvendig, ytre zewnętrzny ausente, externo внешний, наружный extern, ute, utvändig, yttre ข้างนอก, ที่ใช้ภายนอก, ภายนอก dış, dışarı bên ngoài, ở ngoài 外部的, 外面的 επίθ α / θ / ουδ εξωτερικός, εξωτερική, εξωτερικό [eksoteri'kos, eksoteri'ci, eksoteri'ko] 2 σχετικός με την εμφάνιση extérieur τα εξωτερικά χαρακτηριστικά les caractéristiques extérieures εξωτερικά ιατρεία για τα επείγοντα περιστατικά le service des consultations externes ουσ ουδ εξωτερικό 2 άλλη χώρα étranger πάω στο εξωτερικό aller à l'étranger επίρρ εξωτερικά [eksoteri'ka] extérieurementde l'extérieur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|