| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.271.494 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξόρμηση |
0,03 sec. |
|
εξόρμηση sortie ουσ θ εξόρμηση [e'ksormisi] 1 επίθεση coup πολεμική εξόρμηση une expédition militaire 2 οργανωμένη αποστολή με κπ σκοπό campagne οικολογική εξόρμηση une campagne écologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|