| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.036.660 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εξόρυξη |
0,02 sec. |
|
εξόρυξη extraction, exploitation minière εξόρυξη mining εξόρυξη تعدين εξόρυξη dolování εξόρυξη minedrift εξόρυξη Bergbau εξόρυξη minería εξόρυξη kaivostyö εξόρυξη rudarstvo εξόρυξη industria mineraria εξόρυξη 鉱業 εξόρυξη 채광 εξόρυξη mijnbouw εξόρυξη gruvedrift εξόρυξη górnictwo εξόρυξη mineração εξόρυξη горная промышленность εξόρυξη gruvdrift εξόρυξη การทำเหมือง εξόρυξη madencilik εξόρυξη sự khai mỏ εξόρυξη 矿业 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|