| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.518.849 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγχιστεία |
0,02 sec. |
|
αγχιστεία affinity ουσ θ αγχιστεία [aŋçi'stia] εξ αγχιστείας χωρίς συγγένεια αίματος par alliance Είμαστε ξαδέρφια εξ αγχιστείας. Nous sommes cousins par alliance. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|