| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.591.902 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επέκταση |
0,02 sec. |
|
επέκταση expansion, extension, spread expansion, extension ουσ θ επέκταση [e'pektasi] το μεγάλωμα agrandissement; développement επέκταση μιας επιχείρησης l'agrandissement d'une entreprise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|