| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.072.809 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επέμβαση |
0,02 sec. |
|
επέμβαση intervention, operation intervention ουσ θ επέμβαση [e'pemvasi] 1 ανάμειξη complicité επέμβαση τρίτου l'intervention d'une tierce personne 2 εγχείρηση intervention (chirurgicale) κάνω χειρουργική επέμβαση subir une intervention chirurgicale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|