| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.131.487 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επένδυση |
0,07 sec. |
|
επένδυση investado, investo investissement, doublure investment, lining استثمار, بِطَانَة investice, podšívka foring, investering Futter, Investition forro, inversión sijoitus, vuoraus podstava, ulaganje fodera, investimento 投資, 裏地 안감, 투자 investering, voering fôr, investering inwestycja, podszewka forro, investimento инвестиция, подкладка foder, investering การลงทุน, ผ้าซับใน astar, yatırım lớp vải lót, sự đầu tư 内层, 投资 ουσ θ επένδυση [e'penðisi] 1 κάλυψη επιφάνειας revêtement 2 η κερδοφόρος τοποθέτηση κεφαλαίου investissement κάνω επενδύσεις faire des investissementsinvestir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|