| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.411.922 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επήρεια |
0,02 sec. |
|
επήρεια influence influence ουσ θ επήρεια [e'piria] επίδραση influence η επήρεια φαρμάκου l'effet d'un médicament υπό την επήρεια (νάρκωσης) κάτω από την επίδραση sous l'effet (de l'anesthésie) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|