| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.276.098 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίβλεψη |
0,01 sec. |
|
επίβλεψη supervisão supervision ουσ θ επίβλεψη [e'pivlepsi] ο έλεγχος αν όλα γίνονται σωστά surveillance η επίβλεψη εργασιών la surveillance des travaux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|