Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.318.348 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επίδομα ασθενείας

0,03 sec.
επίδομα ασθενείας nemocenská
επίδομα ασθενείας løn under sygdom
επίδομα ασθενείας Krankengeld
επίδομα ασθενείας sick pay
επίδομα ασθενείας subsidio de enfermedad
επίδομα ασθενείας sairauspäiväraha
επίδομα ασθενείας indemnité maladie
επίδομα ασθενείας plaćeno bolovanje
επίδομα ασθενείας indennità di malattia
επίδομα ασθενείας 病気休暇中の手当て
επίδομα ασθενείας 병가 중 지급되는 급여
επίδομα ασθενείας ziekengeld
επίδομα ασθενείας sykepenger
επίδομα ασθενείας wypłata za czas choroby
επίδομα ασθενείας salário pago enquanto doente, subsídio de doença
επίδομα ασθενείας пособие по болезни
επίδομα ασθενείας sjuklön
επίδομα ασθενείας ค่าจ้างในระหว่างที่ลาป่วย
επίδομα ασθενείας hastalık ödentisi
επίδομα ασθενείας lương trả cho nhân viên nghỉ ốm
επίδομα ασθενείας 病假津贴


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.