| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.415.722 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επίδραση |
0,03 sec. |
|
|
επίδραση effect, impact تأثير vliv indvirkning Aufprall impacto vaikutus impact učinak impatto 影響 영향 impact innvirkning wpływ impacto воздействие påverkan ผลกระทบ etki ảnh hưởng 影响力
ουσ θ επίδραση [e'piðrasi] η ενέργεια πάνω σε κτ ή κπ influence; effet καλλιτεχνικές επιδράσεις des influences artistiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|