| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.681.438 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίδραση |
0,04 sec. |
|
επίδραση effect, impact تأثير vliv indvirkning Aufprall impacto vaikutus impact učinak impatto 影響 영향 impact innvirkning wpływ impacto воздействие påverkan ผลกระทบ etki ảnh hưởng 影响力 ουσ θ επίδραση [e'piðrasi] η ενέργεια πάνω σε κτ ή κπ influence; effet καλλιτεχνικές επιδράσεις des influences artistiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|