| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.271.721 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίμονος |
0,01 sec. |
|
επίμονος persistent, intractable, tenacious مُصِر neustálý vedholdende beharrlich persistente itsepintainen tenace uporan persistente 持続性の 끈덕진 vasthoudend iherdig uporczywy persistente упорный enträgen ที่ยังคงอยู่ ısrarlı dai dẳng 坚持不懈的 επίθ α / θ / ουδ επίμονος, επίμονη, επίμονο [e'pimonos, e'pimoni, e'pimono] 1 που δεν τα παρατάει εύκολα persévérant/-anteobstiné/-ée επίμονος άνθρωπος un homme persévérant 2 που δε λέει να σταματήσει insistant/-antepersistant/-ante επίμονη ερώτηση une question insistante επίμονος βήχας une toux persistante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|