Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.271.721 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επίμονος
(προωθήθηκε από επίμονο)

0,01 sec.
επίμονος persistent, intractable, tenacious مُصِر neustálý vedholdende beharrlich persistente itsepintainen tenace uporan persistente 持続性の 끈덕진 vasthoudend iherdig uporczywy persistente упорный enträgen ที่ยังคงอยู่ ısrarlı dai dẳng 坚持不懈的
επίθ α / θ / ουδ επίμονος, επίμονη, επίμονο [e'pimonos, e'pimoni, e'pimono]
1 που δεν τα παρατάει εύκολα persévérant/-anteobstiné/-ée
επίμονος άνθρωπος un homme persévérant
2 που δε λέει να σταματήσει insistant/-antepersistant/-ante
επίμονη ερώτηση une question insistante
επίμονος βήχας une toux persistante
επίρρ επίμονα [e'pimona] avec insistanceobstinément
ψάχνω επίμονα chercher avec insistance


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.