| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.339.326 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίρρημα |
0,01 sec. |
|
επίρρημα adverbium, biord Adverb, Umstandswort adverb adverbio adverbi adverbe avverbio 副詞 adverbium adverbium, bijwoord przysłówek advérbio adverb adverb belirteç, zarf 副词, 副詞 ظرف příslovce prilog 부사 adverb наречие คำวิเศษณ์ phó từ ουσ ουδ επίρρημα [e'pirima] άκλιτη λέξη που αλλάζει τη σημασία ρήματος ή επιθέτου adverbe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|